Υπηρεσία

Γνωστική Συμπεριφορική Ψυχοθεραπεία

Η Γνωστική Συμπεριφορική Θεραπεία αναπτύχθηκε από τον A.T Beck στις δεκαετίες ’60 με ’70 και στηρίζεται στις θεωρίες της μάθησης για την αλλαγή ανεπιθύμητων μορφών συμπεριφοράς και συναισθηματικών αντιδράσεων και την αντικατάσταση τους με άλλες, πιο λειτουργικές.

Ο όρος «γνωστική»  αναφέρεται στον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι νοηματοδοτούν τις καταστάσεις που τους συμβαίνουν (σκέψεις, πεποιθήσεις, ερμηνείες). Ο όρος «συμπεριφορική», αναφέρεται στον τρόπο που δρουν και στις δεξιότητες που εφαρμόζουν προκειμένου να επιλύσουν προβλήματα.

"Οι άνθρωποι δεν αναστατώνονται από τις καταστάσεις αυτές καθαυτές, αλλά από τον τρόπο με τον οποίο τις ερμηνεύουν και τις νοηματοδοτούν"

Επίκτητος, Στωικός φιλόσοφος

Το ενδιαφέρον εστιάζεται στο γεγονός ότι δεν αντιδρούν όλοι οι άνθρωποι με τον ίδιο τρόπο σε μια δεδομένη κατάσταση. Σύμφωνα με τον Επίκτητο (Στωικός Φιλόσοφος), οι άνθρωποι δεν αναστατώνονται από τις καταστάσεις αυτές καθαυτές, αλλά από τον τρόπο με τον οποίο τις ερμηνεύουν και τις νοηματοδοτούν.  Ο τρόπος που κανείς σκέφτεται γεννά συναισθήματα και αυτά οδηγούν σε συμπεριφορές οι οποίες με τη σειρά τους γεννούν νέες σκέψεις κ.ο.κ. Σκέψεις, συναισθήματα και συμπεριφορές βρίσκονται σε συνεχή αλληλεπίδραση.  Συνεπώς  θεραπευτικές αλλαγές στον τρόπο σκέψης επιφέρουν βελτίωση των συναισθημάτων και των αντιδράσεων και αντίστοιχα, αλλαγές στον τρόπο συμπεριφοράς επιφέρουν αλλαγές στο σύστημα πεποιθήσεων του ατόμου και κατ’ επέκταση στα συναισθήματα του.

Κάποια βασικά χαρακτηριστικά της Γνωστικής Συμπεριφορικής Ψυχοθεραπείας είναι τα εξής:

Συνεργατικότητα

Τόσο ο θεραπευτής όσο και ο θεραπευόμενος θεωρούνται ειδικοί, ο καθένας στον τομέα του. Ο θεραπευόμενος φέρει την πολύτιμη γνώση του προβλήματος του, ενώ ο θεραπευτής διαθέτει την εξειδικευμένη γνώση και τις απαραίτητες δεξιότητες επίλυσης προβλήματος προκειμένου να βοηθήσει τον θεραπευόμενο να τροποποιήσει δυσλειτουργικούς τρόπους σκέψης και αντίδρασης.

Δομή και ενεργός συμμετοχή

Κάθε συνεδρία έχει μια συγκεκριμένη δομή η οποία βοηθά τόσο στην αξιοποίηση του δεδομένου χρόνου της συνεδρίας όσο και στην καλύτερη αφομοίωση των όσων δουλεύονται στο θεραπευτικό χρόνο. Στην αρχή κάθε συνεδρίας ορίζεται μια ατζέντα με τα θέματα που θα συζητηθούν, γίνεται μια σύνδεση με τη συνεδρία της προηγούμενης εβδομάδας, πραγματοποιούνται συχνές περιλήψεις ενώ στο τέλος της συνεδρίας ο  θεραπευτής μπορεί να ζητήσει την ανατροφοδότηση του θεραπευόμενου (π.χ. αν όλα όσα ειπώθηκαν έγιναν κατανοητά, τι βρήκε βοηθητικό στη συνεδρία και τι όχι, εάν υπάρχει κάτι που να δυσαρέστησε κ.α.)

Σημαντικός μέρος της συνεδρίας δαπανάται στην εξέταση της ανατεθείσας δουλειάς για το σπίτι, που ορίστηκε κατά την προηγούμενη συνεδρία.

Δουλειά για το σπίτι

Κάθε νέα δεξιότητα που έχει ξεκινήσει να δουλεύεται κατά το χρόνο της συνεδρίας, είναι σημαντικό να συνεχίσει να εξασκείται κατά το μεσοδιάστημα των συνεδριών προκειμένου να αφομοιωθεί από τον θεραπευόμενο και να γενικευθεί σε πραγματικές συνθήκες ζωής. Η εξάσκηση και η επανάληψη των δεξιοτήτων έχει αποδειχθεί ότι φέρνουν πιο γρήγορα και με μεγαλύτερη διάρκεια θεραπευτικά αποτελέσματα.

Βραχεία διάρκεια

Συνήθως για την αντιμετώπιση των περισσότερων προβλημάτων απαιτούνται 6-20 συνεδρίες και αυτό είναι που κάνει τόσο ελκυστική τη Γνωστική Συμπεριφορική Ψυχοθεραπεία.

Εμπειρική προσέγγιση

Τόσο οι σκέψεις όσο και οι πεποιθήσεις θεωρούνται υποθέσεις προς διερεύνηση, οπότε ο θεραπευόμενος καλείται να αναζητήσει αποδείξεις για να ελέγξει την εγκυρότητα των όσων πιστεύει. Η θεραπεία δεν περιορίζεται σε συζητήσεις αλλά ο θεραπευόμενος καλείται να πειραματιστεί με νέους τρόπους σκέψης, συμπεριφοράς και διαντίδρασης με τους άλλους.

Εστίαση στο εδώ και τώρα

Μεγάλη έμφαση δίνεται στα τρέχοντα προβλήματα και στους μηχανισμούς που τα συντηρούν.  Αυτό δεν σημαίνει ότι παραγνωρίζεται η συνεισφορά των παρελθουσών εμπειριών. Αντιθέτως όταν κρίνεται απαραίτητο γίνονται ανάλογες παρεμβάσεις. Συχνά όμως οι μηχανισμοί που συντηρούν ένα πρόβλημα μπορεί να διαφέρουν από τους μηχανισμούς που το δημιούργησαν εξ αρχής.

Προσανατολισμός στην επίλυση προβλημάτων

Η θεραπεία δεν περιορίζεται στην ετικέτα μιας γενικής διάγνωσης, αλλά θεραπευτής και θεραπευόμενος προσπαθούν να ορίσουν επακριβώς τι δυσκολεύει τον δεύτερο, προκειμένου το πρόβλημα να μετατραπεί σε συγκεκριμένο, μετρήσιμο στόχο και να σχεδιαστούν τα απαραίτητα βήματα για την επίτευξη τους.

Καθοδηγούμενη ανακάλυψη

Με τη χρήση σωκρατικών ερωτήσεων ο θεραπευόμενος καλείται να ελέγξει την εγκυρότητα του τρόπου με τον οποίο σκέφτεται και να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα.

Πηγές:

Beck, S. J. (2011). Cognitive Behavior Therapy. Basics and Beyond. (2nd ed.). New York: The Guilford Press.

Westbtrook, D., Kennerley, J., & Kirk., J. (2011). An Introduction to Cognitive Behaviour Therapy. Skills and Applications. (2nd ed.). London: SAGE.